Ο Βαλ Κίλμερ, γνωστός για τους ρόλους του σε ταινίες όπως το «Top Gun» και «The Doors», απεβίωσε σε ηλικία 65 ετών από πνευμονία. Ο ηθοποιός είχε διαγνωστεί με καρκίνο του φάρυγγα το 2014, γεγονός που επηρέασε την ομιλία του και την υγεία του.
Παρά τις δυσκολίες, συνέχισε να εργάζεται, επιστρέφοντας το 2022 στο «Top Gun: Maverick» για μια συγκινητική επανένωση με τον Τομ Κρουζ. Ο Κίλμερ ήταν γνωστός για την τελειομανία του και την αφοσίωσή του στους ρόλους του, ενώ είχε εκφράσει μετανιωμένα για την έλλειψη μιας πιο συγκεκριμένης επαγγελματικής ταυτότητας.
Παράλληλα, διατηρούσε στενή φιλία με τον Κρουζ, ανταλλάσσοντας δώρα κάθε Χριστούγεννα.
Πιο αναλυτικά:
Ο Βαλ Κίλμερ, ο χαρισματικός ηθοποιός που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στον κινηματογράφο μέσω του ρόλου του ως Τζιμ Μόρισον στην ταινία «The Doors» και ενσάρκωσε τον Μπρους Γουέιν στο «Batman Forever», έφυγε από τη ζωή την Τρίτη στο Λος Άντζελες.
Σύμφωνα με την κόρη του, Μερσέντες Κίλμερ, η αιτία θανάτου ήταν η πνευμονία. Ήταν μόλις 65 ετών.
Ο Κίλμερ είχε διαγνωστεί με καρκίνο του φάρυγγα το 2014 και είχε υποβληθεί σε μια σειρά επεμβάσεων που επηρέασαν σημαντικά την ομιλία του.
Από τα 80’s και τα 90’s στη μεγάλη καταξίωση
Με το χαρακτηριστικό του ξανθό παρουσιαστικό, ο Κίλμερ καθιερώθηκε ως πρωταγωνιστής στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τη δεκαετία του ’90.

Συμμετείχε σε εμβληματικές ταινίες όπως το «Top Gun» (1986), το «Real Genius» (1985), το «Willow» (1988), το «Heat» (1995) και το «The Saint» (1997).
Το 2022 επέστρεψε για μία σύντομη εμφάνιση στο «Top Gun: Maverick», όπου υποδύθηκε ξανά τον Τομ «Iceman» Καζάνσκι, αν και λόγω των επιπτώσεων του καρκίνου δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει κανονικά.
Το 2021 κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ «Val», βασισμένο στη ζωή του. Ο γιος του ανέλαβε την αφήγηση, ενώ το φιλμ περιλάμβανε εκατοντάδες ώρες βίντεο που είχε τραβήξει ο ίδιος ο ηθοποιός, προσφέροντας μια εκ βαθέων ματιά στην προσωπικότητα και την καλλιτεχνική του φιλοσοφία.
Ο Κίλμερ ανέλαβε τον ρόλο του Μπάτμαν στην ταινία του Τζόελ Σουμάχερ «Batman Forever» (1995), αντικαθιστώντας τον Μάικλ Κίτον. Οι κριτικές για την ερμηνεία του ήταν ανάμεικτες και τελικά αντικαταστάθηκε από τον Τζορτζ Κλούνεϊ στο επόμενο φιλμ, «Batman & Robin» (1997), το οποίο ήταν εισπρακτική αποτυχία και σχεδόν διέλυσε το franchise.
Ο σκηνοθέτης Τζόελ Σουμάχερ είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Ο Κίλμερ ήταν ο πιο ψυχολογικά διαταραγμένος άνθρωπος με τον οποίο έχω συνεργαστεί ποτέ».
Η αφοσίωσή του στον Τζιμ Μόρισον
Μία από τις πιο αξέχαστες ερμηνείες του ήταν στον ρόλο του Τζιμ Μόρισον στο «The Doors» (1991) του Όλιβερ Στόουν.
Ο Κίλμερ αποστήθισε όλους τους στίχους των τραγουδιών πριν από την οντισιόν και υιοθέτησε το στυλ του Μόρισον για σχεδόν έναν χρόνο.
Ο κριτικός Ρότζερ Ίμπερτ είχε γράψει για την ερμηνεία του: «Η ερμηνεία του είναι το καλύτερο στοιχείο της ταινίας – και δεδομένου ότι σχεδόν κάθε σκηνή επικεντρώνεται στον Μόρισον, αυτό δεν είναι μικρός έπαινος».
Η μάχη με τον καρκίνο
Ο Κίλμερ διαγνώστηκε με καρκίνο του φάρυγγα το 2014 και υποβλήθηκε σε θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης τραχειοτομής που άλλαξε μόνιμα τη φωνή του.
Στο ντοκιμαντέρ «Val», μίλησε ανοιχτά για τις προκλήσεις που αντιμετώπισε. «Προφανώς ακούγομαι πολύ χειρότερα απ’ ό,τι νιώθω. Δεν μπορώ να μιλήσω χωρίς να κλείσω αυτή την τρύπα [στον λαιμό μου]».
Ο ίδιος έπρεπε να χρησιμοποιεί μηχανική φωνή για να επικοινωνεί και να τρέφεται μέσω ενός σωλήνα σίτισης. «Πρέπει να επιλέξεις αν θα αναπνεύσεις ή αν θα φας. Είναι ένα εμπόδιο που είναι πάντα παρόν», είχε δηλώσει.
Το 2020, σε συνέντευξή του στο Good Morning America, είχε πει: «Αυτή είναι μια τραχειοτομή», δείχνοντας τον λαιμό του, «για να μπορώ να αναπνέω, επειδή οι αδένες στον λαιμό μου είχαν πρηστεί».
Όταν ρωτήθηκε τι του έλειπε περισσότερο από τη φωνή του, απάντησε με χιούμορ: «Το ότι είχα μία! Και ότι δεν γελούσα σαν πειρατής».
Η φήμη του ως τελειομανής
Καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ο Κίλμερ είχε τη φήμη του απαιτητικού και τελειομανούς ηθοποιού.
«Όταν κάποιοι με επικρίνουν ότι είμαι απαιτητικός, νομίζω ότι αυτό είναι ένας τρόπος να καλύψουν κάτι που δεν έκαναν καλά. Νομίζω ότι προσπαθούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους», είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξη του στην Orange County Register το 2003.
«Πιστεύω ότι είμαι προκλητικός, όχι απαιτητικός, και δεν απολογούμαι γι’ αυτό», εξήγησε.
Η σχέση του με το «Top Gun» και η φιλία με τον Τομ Κρουζ
Η φήμη του Κίλμερ εκτοξεύτηκε με το «Top Gun» (1986), όπου έπαιξε τον πιλότο «Iceman» δίπλα στον Τομ Κρουζ.
Το 2013, είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή του ότι δεν είχε δεχθεί καμία κρούση για το sequel του «Top Gun». Τότε, ο Κρουζ επέμεινε για τη συμμετοχή του, με τον παραγωγό Τζέρι Μπρουκχάιμερ να δηλώνει στο People πως «Ο Τομ είπε ότι δεν θα έκανε την ταινία χωρίς αυτόν».
Η πιο συγκινητική σκηνή του «Top Gun: Maverick» ήταν η επανένωση των δύο χαρακτήρων, η οποία αντικατόπτριζε τόσο τη μάχη του Κίλμερ με τον καρκίνο όσο και τη φιλία μεταξύ των δύο ηθοποιών. Στην ταινία ο Κίλμερ έχει καρκίνο του φάρυγγα, έχει χάσει την ομιλία του και επικοινωνεί με τον Κρουζ μέσω πληκτρολόγησης σε υπολογιστή.
«Ήταν μια πολύ προσωπική και συγκινητική στιγμή», είχε πει ο Κίλμερ στους Los Angeles Times. «Μιλήσαμε αρκετά για το τι ήταν καλύτερο για την ιστορία και νομίζω ότι στο τέλος το πέτυχαν».
Ο ίδιος αποκάλυψε ότι με τον Τομ Κρουζ διατηρούσαν πάντα επαφή. «Ανταλλάσσουμε δώρα κάθε Χριστούγεννα!».
Για ποιο πράγμα είχε μετανιώσει
Παρά την επιτυχία του, ο Κίλμερ είχε παραδεχτεί ότι θα ήθελε να είχε δημιουργήσει μια πιο συγκεκριμένη επαγγελματική ταυτότητα.
«Μετανιώνω που δεν δημιούργησα μια περσόνα, όπως έκαναν οι σοφοί συνάδελφοι που ήρθαν μετά από μένα», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο Vanity Fair, αναφερόμενος σε ηθοποιούς όπως οι Τζόνι Ντεπ, Νίκολας Κέιτζ και Σον Πεν.
«[Αυτοί] Είχαν μια αρκετά σταθερή ταυτότητα» και όταν τους σκέφτεται κανείς, έχει «μια πολύ συγκεκριμένη άποψη, για ένα πολύ συγκεκριμένο είδος χαρακτήρα».

Ωστόσο, στις αρχές της καριέρας του, ο Κίλμερ «απλά δεν ενδιαφερόταν» να χαράξει μια τέτοια ταυτότητα για τον εαυτό του, παραδεχόμενος ότι «η υποκριτική δεν ήταν η μόνη του προτεραιότητα».
Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος είχε δηλώσει ότι απολάμβανε να ζει «μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας» και ότι «ποτέ δεν ένιωθε άνετα σε δημόσιες εκδηλώσεις».